Του Ανδρέα Πράσινου

Τα αρχαιολογικά ευρήματα μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις εμπεριέχουν συγκεκριμένες χρονολογικές ενδείξεις και ξεκάθαρες πληροφορίες για τη δημιουργία τους. Στην δύσκολη αύτη αποστολή, ο αρχαιολόγος μπορεί να στηριχτεί σε διάφορες μεθόδους χρονολόγησης ώστε να εξαχθούν αξιόπιστα αποτελέσματα. π.χ. το φαινόμενο της ανέγερσης μεγαλιθικών ναών, στη Μάλτα, τελικά χρονολογήθηκε στο 3500 π.Χ.. Μέχρι πριν λίγα χρόνια έλλειψη χρονολογήσεων ήθελε τον πολιτισμό των ναών να είναι σύγχρονος της μεσομινωικής Κρήτης (α μισό 2ης χιλιετία π.Χ.). Σήμερα, με την απόλυτη χρονολόγηση, δεν είναι και απαραίτητη οι συγκρίσεις με άλλους πολιτισμούς.
Όλες οι μέθοδοι, εντάσσονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες χρονολογήσεων. Στη σχετική χρονολόγηση, στην οποία δε γίνεται σαφή αναφορά σε απόλυτη χρονολογία των ευρημάτων άλλα προσδιορίζονται ως «πρωιμοτέρων/αρχαιοτέρων ή μεταγενεστέρων/νεωτέρων σε σχέση με άλλα αντικείμενα και στην απόλυτη χρονολόγηση που χαρακτηρίζονται οι χρονολογήσεις που έχουν βρει σταθερή θέση στην κλίμακα των χρονολογημένων με το έτος ιστορικών γεγονότων, είτε μετά τον προσδιορισμό κάποιας ακριβούς ιστορικής στιγμής, είτε με την ένταξη του ευρήματος μέσα σε μια σχετικά σαφώς καθορισμένη χρονική περίοδο.
Επίσης ανάλογα με την τυπολογία τους, όπως το δωρικό κιονόκρανο που αρχικά ήταν πεπλατυσμένο και στην συνέχεια ποιο όρθιο, της συγκριτικής παρατήρησης με ομοιότητες άλλων γνωστών ευρημάτων τις πιο πολλές φορές κεραμικών (αφού αποτελούν το συχνότερο εύρημα των ανασκαφών), η νομισμάτων που έχουν αξιόπιστο terminus post quem, δηλαδή χρονικό όριο μετά από το όποιο συνέβη κάτι. Ακόμα η ιστοριοσυγκριτική μελέτη των γλωσσών στο πλαίσιο του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος αποτελεί συγκριτική μέθοδο σχετικής χρονολόγησης, άλλα με πολλές ασάφειες μέχρι σήμερα.

Με τις χρονολογήσεις, με απόλυτη χρονολόγηση (για κάποιους επιστημονική χρονολόγηση) που είναι και οι συχνότερες, μπορούν να χρονολογηθούν ευρήματα από τις ενδείξεις που μπορεί να φέρουν τα ίδια αντικείμενα, όπως το επιτύμβιο ανάγλυφο του Δεξίλεως που ο πολεμιστής σκοτώθηκε σε μάχη το 394 π.Χ., ή τον συσχετισμό με γραπτές πήγες με απόλυτες χρονολογίες όπως η ίδρυση των αποικιών της Σικελίας και την Κάτω Ιταλία, με σημαντικά γεγονότα όπως η κατασκευή του ναού της Άρτεμης το 561-547 π.Χ., του ναού του Απόλλωνα γύρω στο 510π.Χ., του Παρθενώνα το 460 π.Χ. του Κολοσσιαίο της Ρώμης το 80μ.Χ. κ.λπ. και με μετρήσεις των θετικών επιστημών οι όποιες μπορούν να εφαρμοστούν εργαστηριακά. Αυτές οι δράσεις ενισχύθηκαν στα πλαίσια του θετικισμού της νέας η διαδικαστική αρχαιολογία βάση μιας από τις αρχές της, η αρχαιολογία να υιοθετεί αρχές φυσικών επιστημών.
Όταν δεν μπορούν να χρονολογήσουν καθ’ αυτά, άλλα με κάποια σταθερή ιστορική χρονολογία, αναφέρεται η χρονολόγηση τους σαν terminus post quem, δηλαδή χρονικό όριο μετά από το όποιο συνέβη κάτι, δηλαδή είναι μεταγενέστερα, ή terminus ante quem, χρονικό όριο πριν από το όποιο συνέβη κάτι δηλαδή προγενέστερα .
Δηλαδή όσα ευρήματα βρέθηκαν μέσα σε οικίες στο Ακρωτήριο της Θύρας, της Πομπηίας ή ακόμα και της αρχαίας Ολυμπίας – που λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών καταστροφής (ηφαιστειακές εκρήξεις, φαινόμενα πλημμυρών αντίστοιχα) λειτουργεί σαν μια ασφαλή χρονοκάψουλα. Ό,τι βρέθηκε κάτω από το στρώμα καταστροφής των, είναι terminus ante quem της ημερομηνίας καταστροφής και terminus ante quem για όλα τα ευρήματα ή κτήρια πάνω από αυτό. Επίσης η περσική επίχωση στον περίβολο της Ακρόπολης στην οποία χρησιμοποιήθηκαν αδρανή υλικά από καταστροφές που έκαναν οι Πέρσες στην Ακρόπολη. Ό,τι βρεθεί εκεί είναι κατά μεγάλη πιθανότητα terminus ante quem δηλαδή λίγο πριν το 480π.Χ.


Μέχρι την ανάπτυξη των πρώτων επιστημονικών τεχνικών χρονολόγηση στις αρχές του 20ου αι., η χρονολόγηση των ευρημάτων εξαρτιόταν βασικά από ιστορικές μεθόδους. Οι Ρωμαίοι με τα έτη διοίκησης των αυτοκρατόρων τους, οι Αιγύπτιοι με τα έτη βασιλείας των βασιλέων τους και οι Έλληνες με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στη συνέχεια με την ανάπτυξη της βιολογίας, γεωλογίας, φυσικής, βιοχημείας, πυρηνικής χημείας, κ.λπ. εμφανίστηκαν και αναπτύχτηκαν οι βασικότερες επιστημονικοί μέθοδοι θετικών επιστημών χρονολόγησης.
Η δενδροχρονολόγηση, αποτελεί μια βιολογική μέθοδο χρονολόγησης και εφαρμόζεται όπου οι άνθρωποι έκαναν χρήση (συγκεκριμένων) ειδών ξύλου. Η μέθοδος αύτη στηρίζεται στον υπολογισμό των δακτυλίων του κορμού των δέντρων, αφού βοτανολογικά κάθε έτος τα περισσότερα δένδρα παράγουν ένα δακτύλιο, διαφορετικού πάχους, ανάλογα τις κλιματολογικές συνθήκες. Ένα μόνο είδος δένδρου το pinus aristata εμφανίζει δακτυλίους για 4.900 ετών. Οι δενδροχρονολόγοι, μετρούν και σχεδιάζουν αυτούς τους δακτυλίους από το προς εξέταση εύρημα και το συγκρίνουν με «τυφλό» δείγμα κορμού η συνόλου κορμών που προσδιορίζουν συμπληρωματικά μεγάλη χρονική περίοδο αφού οι επιστήμονες έχουν ταυτοποίησει δακτυλίους μέχρι το 6.700 π.Χ . Ο περιορισμός της μεθόδου είναι: εφαρμογές σε ξυλεία έκτος τροπικών περιοχών και σε συγκεκριμένα είδη ξύλου, συνήθως πεύκο – βελανιδιά. Χρονικά όρια ανίχνευσης δείγματος είναι από μηδέν χρόνια έως +7.000.
Η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα 14 (C14), εφαρμόζεται σε ευρήματα που αποτελούνται από αυτόνομα οργανικά υλικά ακόμα και σε μικρές ποσότητες (ακόμα μικρότερες με την ενισχυτική του μέθοδο AMS φασματομετρία με επιταχυντή μάζας) όπως σπόρους, ξύλο, κόκκαλα, ύφασμα, γενικά από οργανισμούς που σταμάτησαν να προσλαμβάνουν διοξείδιο του άνθρακα (CO2) διάμεσου της τροφής – αναπνοής λόγω θανάτου κ.λπ. αφού η αρχή της μεθόδου είναι να μετρά τον C14 που η πρόσληψη του έχει σταματήσει τη στιγμή του θανάτου. Ο C14 μειώνεται κατά 50% μετά από κάθε 5730 χρόνια. Η μέτρηση με φασματομετρία του εναπομείναντος ποσοστού σε C14 μας δίνει τη χρονολογία θανάτου του. Παρέχει αξιόπιστα αποτελέσματα με μεγάλη ακρίβεια για περίπου 50.000 χρόνια, με καμπύλες διόρθωσης λόγω μεταβολών στην ατμόσφαιρα. Μια άλλη μέθοδος είναι αυτή της θερμοφωταύγειας. Συγκεκριμένα, χρονολογεί θερμικά επεξεργασμένα κεραμικά υλικά όπως αγγεία, πορσελάνες, ιζήματα, άλλα και μεταλλικές σκωρίες, σταλακτίτες, λάβα και γενικά ευρήματα που εμπεριέχουν κρυστάλλους, ή έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία, αφού μετρά την εκπομπή του ορατού φωτός μετά από νέα θέρμανση στους 500c. Ενδείκνυται για αναγνώριση πλαστών αγγείων και πήλινων αντικειμένων. Αρνητικό στοιχείο της, η μικρή ακρίβεια της. Η θερμοφωτοδιαύγεια προσδιορίζει δείγματα από 10.000 – +500.000 χρόνια. Άλλη μέθοδος, είναι και ο συντονισμός στροφορμής ηλεκτρονίων η ηλεκτρονικού παραμαγνητικού συντονισμού. Είναι μια μέθοδος με εφαρμογή σε οστά, δόντια ή όστρεα, ηφαιστειακή τέφρα, χωρίς θέρμανση. Μετρά τα ηλεκτρόνια μέσα στα οστά κ.λπ. και απαιτεί πολύ μικρό δείγμα. Τέτοια χρονολόγηση χρησιμοποιήθηκε στο κρανίο του σπηλαίων των Πετραλώνων και μετρά έως 1.000.000 χρόνια . Η μέθοδος Καλίου – Αργού χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από γεωλόγους και μετριέται το κάλιο που υπάρχει στα κοινά πετρώματα είτε είναι πυρογενή ή ιζηματογενή και το Αργό με θέρμανση με λέιζερ. Χρειάζεται μικρή ποσότητα υλικού, ανιχνεύει πιθανές θερμικές επεξεργασίες και ανιχνεύει πρώιμες κατοικημένες θέσεις όπως στην ανατολική Αφρική. Άλλα μόνο για θέσεις που θάφτηκαν από ηφαιστειογενή πετρώματα από 50.000 έως +5.000.000 χρόνια . Η μέθοδος Ουρανίου – Θορίου, χρησιμοποιείται για σταλαγμιτικά υλικά σε σπήλαια άλλα και σε θαλάσσια ιζήματα για περίοδο από 500.000 έως 50.000 χρόνια και βασίζεται στην σταγονοροή ανθρακικού ασβεστίου με χρήσεις για καθορισμό των ορίων ταφής παλαιοντολογικού η παλαιοανθρωπίνου υλικού. Τέλος η χρονολόγηση με τροχιές σχάσης, χρησιμοποιείται για δείγματα από πρώιμες παλαιολιθικές θέσεις και για ηφαιστειακές σχάσεις, όπως ελαφρόπετρα, οψιανός για περίοδο από 100.000 έως +5.000000 χρόνια .
Στις χημικές μεθόδους εντάσσεται και η ρακεμοποίηση για ηλικία θανάτου οργανικού υλικού που καλύφθηκε από χιόνια ή ανευρέθηκε σε πολικό περιβάλλον. Εδώ μετριέται η αναλογία αμινοξέων άλλα χαρακτηρίζεται μέθοδο με χαμηλή αξιοπιστία μέχρι σήμερα.
Είναι ευθύνη του σύγχρονου αρχαιολόγου η σωστή εφαρμογή των διαφορετικών επιστημονικών μεθόδων (σωστή δειγματοληψία – επιλογή μεθόδου κ.λπ.), ώστε να οδηγήσουν αξιόπιστα στην ανίχνευση ενδιαφερόντων πολιτισμικών φαινόμενων αφού επιστήμη δεν είναι τόσο το «τι» όσο το «πως» δηλαδή το σύστημα της έρευνας, ο έντιμος και αυστηρά επιστημονικός τρόπος εργασίας, η εσωτερική συνοχή και η λογική διάρθρωση της επιχειρηματολογίας.

Η συνεισφορά της αρχαίας ελληνικής σκέψης ήταν καθοριστική για τη σημερινή αρχαιολογία. Τα γραπτά ντοκουμέντα, βοήθησαν στην ανεύρεση του παρελθόντος. Κάποιες όμως «πρακτικές» (Οστά του Θησέα – του Ορέστη) που έκρυβαν σκοπιμότητες συνεχίζονται και σήμερα. Γιατί η ανωνυμία δεν έχει πολλούς «θαυμαστές». Όμως οι θετικές επιστήμες συνέβαλαν – έκτος των άλλων – και στην αξιόπιστη χρονολόγηση των ευρημάτων, μειώνοντας κάποιες πιθανές «παρανοήσεις» ή εσφαλμένες διεκδικήσεις.
Οι σημαντικότερες μέθοδοι χρονολόγησης, ανάλογα την δομή των υλικών που αποτελούνται τα ευρήματα είναι: Για οργανικά κατάλοιπα (καμένο ξύλο, οστά, όστρεα, δέρμα, ύφασμα) η μέθοδο C14, για ξύλινα ευρήματα η μέθοδο της δενδροχρονολόγησης, για ευρήματα κεραμικής, πηλοί, πυριτόλιθοι, λάβα, μεταλλουργικές σκουριές, η μέθοδο της θερμοφωτοδιαύγειας, για σταλαγμιτικά υλικά σε σπήλαια, θαλάσσια ιζήματα και αναγνώριση πλαστών αγγείων – πήλινων αντικειμένων, η μέθοδο ουρανίου-θορίου και συντονισμού ηλεκτρονιακής στροφορμής (κατάλληλη και για οστά) και για ηφαιστειογενή υλικά, οψιφανής η μέθοδο με τροχιές σχάσης. Όταν τα οργανικά υλικά βρέθηκαν σε συνθήκες πάγου εφαρμόζεται η μέθοδος της ρακεμοποίησης των αμινοξέων. Τέλος είναι σύνηθες για ποιο αξιόπιστες χρονολογήσεις να χρησιμοποιούνται πολλές φορές συνδυαστικά παραπάνω από μια μέθοδο χρονολόγησης π.χ επειδή παρατηρήθηκε προβλήματα με την ακρίβεια της μεθόδου C14 η τελευταία ενισχύθηκε με την μέθοδο της δενδροχρονολόγησης.
Τέλος με βάση τα χρονικά διαστήματα που μπορούν να εφαρμοστούν οι μέθοδοι με αύξουσα χρονολογική σειρά εφαρμογής είναι: δενδροχρονολόγηση έως 7.000 χρόνια, ραδιοχρονολόγηση του άνθρακα 14 έως 50.0000 χρόνια, Ουρανίου – Θορίου έως 350.000, της θερμοφωταύγεια έως 500.000 χρόνια, του Καλίου – Αργού από 50.000 έως +5.000.000, και οι Τροχιές σχάση από 100.000 έως + 5.000.000 χρόνια.

—————————————–

Ανδρέας Πράσινος
Πτυχιούχος Ιστορίας – Αρχαιολογίας – Τέχνης Πανεπιστημίου Κύπρου
Διευθυντής Πολιτισμού – Αθλητισμού Περιφέρειας Αττικής
Μέλος Γενικού Συμβουλίου ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Φωτο: Γιάννης Βέλλης, ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ